Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Τα μπλουζ της άγριας νιότης

Γενικά τώρα με τα mp3 και το youtube, και τις τόσες ώρες που αφιερώνω στον υπολογιστή, στα cd μου πια έχει μείνει μόνο ο ρόλος του στοιχείου αισθητικής χώρου και ίσως υλικού ενθύμιου στιγμών που πέρασα μαζί τους. Απόψε είχα πάλι όρεξη για άσκοπο ξενύχτι - μπροστά στον υπολογιστή πάντα - και κατέληξα πάλι σε προορισμό με παρτιτούρες και τη κιθάρα, όταν πριν το καταλάβω έπαιζα τραγούδια του Πασχαλίδη

Η πρώτη φορά που τον άκουσα ήταν σε μία συναυλία, νομίζω γίνονταν κάτι εκδηλώσεις στη Θέρμη στο φράγμα. Οι γονείς μου είχαν ακούσει για τη συναυλία από γνωστούς, κι αφού δεν είχαν τίποτε καλύτερο να κάνουν, κι αφού δεν είχα κι εγώ σαν 12χρονο (εμείς τότε ήμασταν συμμαζεμένα), τους ακολούθησα. Δε θυμάμαι με τι παρέα ήμουν, αν και πρέπει να ήμασταν αρκετοί. Θυμάμαι όμως πώς είχα μαγευτεί, από τον στίχο, την ιδιαίτερη χροιά... Ακόμα μου έχει μείνει το συναίσθημα.

Αυτό ήταν, από εκείνο το βράδυ ήμουν κεραυνοβολημένη. Την επόμενη πήγα στα virgin (δεν είχαμε εμείς τα δισκάδικα και τα καλά του κέντρου... τι να κανω) και πήρα τις "Κακές Συνήθιες". Αν δείτε την τωρινή κατάσταση του cd θα καταλάβετε τι χρήση του έκανα. Όλη μέρα άκουγα πασχαλίδη και έγραφα στιχάκια, επιτέλους είχα βρει κι εγώ κάτι να πορωθώ! Και όχι ότι κι ότι...

Τα χρόνια περνούσαν, εγώ πια είχα γίνει κουλτούρα και με τη βούλα, όταν έφτασα 1η λυκείου ο Μίλτος είχε βγάλει και τις "Βυθισμένες Άγκυρες", όλα έδειχναν πως ο έρωτας θα ήταν life time. Κανείς βέβαια στο κοντινό μου περιβάλλον δεν συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό μου, αλλά εμένα μου έφτανε που πετύχαινα πού και πού κανένα τραγούδι του στα 3 ραδιόφωνα της Θεσσαλονίκης που άκουγα (τότε ήταν 3 και καλά, μη κοιτάς που στην πορεία ο ένας πουλήθηκε σε "οδηγώ και σε σκέφτομαι" κι ο άλλος έχει κάνει τον χατζηγιάννη ψωμοτύρι).

Και ήρθε το πανεπιστήμιο - που δε λέει να φύγει - και βγήκα την Νίκη και κατάλαβα πως τελικά υπαρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα, δεν ήμουν μόνη. Η Νίκη βέβαια σαν 2ετης με είχε γιατί είχε πάει και στο Cafe Americain. Και ήρθε και το "Βάμμα" το στέκι μας, που μας έδινε τη δυνατότητα να μην ακούμε τα Συβαρίτισσα μόνο στο δωμάτιο μας και να κλαίμε, τώρα κλαίγαμε και στο μπαρ με κρασί από το ποτήρι και όχι από το μπουκάλι. Και ανακαλύψαμε πως δεν ήμασταν μόνο εγώ και η Νίκη, αλλά ήμασταν πολλοί!

Τον Μίλτο τον άκουσα 2 φορές στο Βάμμα. Τη δεύτερη μάλιστα, που είχα πια στενές σχέσεις με την Νατάσσα, μου τον γνώρισε. Μετά από αυτή τη συνάντηση άντε να τον είδα άλλη μία φορά, το live μου το κάναν δώρο και το 1ο μέρος καταστράφηκε όταν το έβαλα πρώτη φορά να το ακούσω μέσα στο drive (άλλη φορά η ιστορία που το πορτάκι ανοιγόκλεινε και έφτυνε κομματάκια το cd) και δεν έκανα τον κόπο ούτε να το κατεβάσω. Για το "Ψωμί κι εφημερίδα" δε το συζητώ, και που θυμάμαι τον τίτλο χώρο μου πιάνει.

Είχα απογοητευτεί τελείως. Μ' αυτόν τον άνθρωπο είχα μοιραστεί τις εφηβικές μου ανασφάλειες, τις πρώτες μου αγωνίες, ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε, που ένιωθε τον πόνο μου και ξεκλείδωνε την καρδιά μου με τα μαγικά του λόγια, για το Θεό, αυτός είχε γράψει το "Νεράιδα δίχως παραμύθι" και το "Φωτιά μου", πως γίνεται να είναι τόσο μαλάκας; Δεν μπορούσα πια να ακούω τα τραγούδια του, στο ράδιο όταν τον πετύχαινα - πράγμα που συνέβαινε σπάνια -τον άλλαζα. Ακόμα και τα "Μάτια που δε βλέπονται" σκεφτόμουν ότι τα έχει γράψει ο ρηχός και ξενέρωνα.

Αλλά απόψε είχα ανάγκη να νιώσω όπως ένιωθα τα βράδια, όταν έκλεινα τον Γκατζούλη και τον Σαββάλα και έκανα όνειρα με τα μάτια ορθάνοιχτα πότε καρφωμένα στο ταβάνι, να το τρυπήσουν τα φτάσουν τα αστέρια, και πότε χαμένα στα φώτα τις πόλης απέναντι, να φτάσουν σ' εκείνον που ήξερα πως υπάρχει κάπου εκεί έξω. Είχα την ανάγκη να βεβαιωθώ πως είμαι ακόμα εγώ. Τελικά εγώ είμαι. Και κατέληξα πάλι να ακούω τα "Μάτια" και να κοιτώ πότε πάνω τα αστέρια και πότε απέναντι, εκείνον που είναι πάντα εκεί.


Θα κλείσω τα μάτια μου και όταν τα ανοίξω θα είναι εδώ, κι αυτός και τα αστέρια.