Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι και πως πάντα ήμουν στην καρακοσμάρα μου. Από μικρή ήμουν καλή μαθήτρια αλλά το μόνιμο παράπονο των δασκάλων μου ήταν πως "χάζευα", ήμουν επί μονίμου βάσεως αφηρημένη, έδινα αυτή την αίσθηση ακόμα και όταν μιλούσα σε κάποιον πως δεν ήμουν εκεί.
Νομίζω πως δεν το κάνω από επιλογή, αλλά δεν πιστεύω και πως με οδηγεί κάποια ανάγκη αλλά σχεδόν συνέχεια σκέφτομαι κάτι άλλο, κάνω μια μικρή ιστορία στο μυαλό μου, ένα απίθανο σενάριο και το ζω. Τόσο έντονα απορροφώμαι από την φαντασία μου που αντιδρώ και εξωτερικά. Τώρα που το σκέφτομαι να βλέπεις ένα μικρό παιδί τη μία να χαμογελάει και την άλλη να σου κάνει μορφασμούς σαν το δαιμονισμένο δεν ακούγεται και πολύ υγιές, πόσο μάλλον όταν αυτό το παιδάκι έχει γίνει 22 χρονών.
Τον τελευταίο καιρό όμως βλέπω συνέχεια κάτι που δεν έχω κάνει στο μυαλό μου αλλά έζησα.

Βλέπω την πόρτα του τραίνου να κλείνει και πιάνει μαζί της μία κλωστή από τα ρούχα μου. Το βλέμμα μου είναι καρφωμένο στο είδωλο πίσω από το τζάμι. Το τραίνο ξεκινάει, η κλωστή ξεχειλώνει τα ρούχα μου, εγώ μένω να κοιτάω το είδωλο. Όταν χάνεται από τα μάτια μου είμαι πια γυμνή αλλά ούτε τότε έχω φωνή να φωνάξω "σταματήστε να ανέβω". Ο σταθμός είναι άδειος, νιώθω πως ακόμα και το δέρμα μου θα ήθελε να φύγει μ' εκείνο το τραίνο και με μισεί γι' αυτό.

Η ιστορία δεν έχει τέλος, μόνο επαναλαμβάνεται συνέχεια σαν τη τιμωρία του Προμηθέα.